Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

(χωρίς τίτλο)

** ενα κείμενο απο τα παλιά, που το λατρεύω και μ' αρέσει να το διαβαζω ξανα και ξανά και ξανά**

Είχε μια γλύκα ετούτο το απομεσήμερο, μια ζεστασιά αλλιώτικη, παρά το τσουχτερό κρύο που έκανε έξω. Οσο την περίμενε, ένας κόμπος δενόταν στο στομάχι του. Τα γόνατα λύγιζαν και ήταν νευρικός. Το χτύπημα στην πόρτα τον έβγαλε απο τις σκέψεις του. Την ζέστανε το χαμόγελό του, όταν άνοιξε η πόρτα και η αγκαλιά του, όταν αυτή έκλεισε πίσω τους. Ο ήλιος έστελνε ανχές παιχνιδιάρικες αχτίδες απο το παράθυρο και χρωμάτιζαν τα μαλλιά της. Επλεξε τα χέρια του, ανάμεσα στις μπούκλες της και κράτησε το κεφάλι της "να σε δω" της είπε. Σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε στα μάτια, υπακούοντας. Ηταν απο τις στιγμές που νόμιζε οτι θα καταρρεύσει. Τουλάχιστον βρισκόταν στην αγκαλιά του. Την κράταγε σφιχτά. Φοβόταν να την αφήσει. Ενοιωθε πως θα την έχανε. Τον κοίταξε και ένοιωσε το βλέμμα του να σπαθίζει την καρδιά της. Εμειναν έτσι να κοιτάζονται, τύλιξε τα χέρια της γύρω του και σφίχτηκε πάνω του. Ηταν η ώρα που η καρδιά σταματά, τα πόδια λύνονται, ο κόσμος χάνεται και όλα γύρω εξαφανίζονται. Ηταν η δυο τους, μόνοι, αγκαλιασμένοι, παραδομένοι σ' ένα μυστικό πάθος με τη νου και την καρδιά. Εκδηλα τα σημάδια του "σε θέλω", "σε ποθώ", μα η στιγμή ακατάλληλη. "Ηθελα να ήμουν εκεί έξω μαζί σου", του είπε. "Ηθελα να ήμουν μέσα σου", της απάντησε και έσκυψε να την φιλήσει. Παραδόθηκε και μισάνοιξε τα χείλη της. Η γλώσσα παιχνίδισε απαλά στην αρχή και το θέλω έγινε απαίτηση. Χαλάρωσε στην αγκαλιά του και άφησε τον εαυτό της να ζήσει τ' όνειρο.


Ζούσαν για να ζήσουν αυτό που είχαν. Ρουφούσαν τα δευτερόλεπτα και τα ένοιωθαν αιωνιότητα. Μια αιωνιότητα που τους πλήγωνε. Μια αιωνιότητα, που δεν κρατά παρά μερικά δευτερόλεπτα. Κάποτε ήταν αρκετό. Πάντα δεν ήταν. Απελευθέρωσε τα χέρια του πρώτος και προσπάθησε κατι να ψελλίσει. Τα λόγια δύσκολα. Το μυαλό μουδιασμένο, απο την παράδοση. Οι λέξεις, δεν έβγαιναν. Ακούμπησε τα δάχτυλά της, στα χείλη του λέγοντάς του "μη μιλάς, άσε με να το ζήσω". Μια μουσική ερχόταν απο το πουθενά και τους τύλιγε. Ακουγαν μια μυστική μουσική, όπως τα λόγια που ήθελαν να πούν, όπως τις λέξεις που ήθελαν να ακούσουν, ο ένας απο τον άλλον. Οσα δεν λέγονταν, όσα ακούγονταν απο την καρδιά. Και οι χτύποι, διαρκώς δυνάμωναν, η μουσική, που άκουγαν....


Με το κορμί παραδομένο στις αισθήσεις... με την ψυχή εγκλωβισμένη στον νου, έμειναν για να απολαμβάνουν την στιγμή. Δεν θα σμίξουν ποτέ.


Βανίλια και κανέλα και ροδοπέταλα και ροδοζάχαρη και μέντα. Μυρωδιές γύριζαν στο χώρο. Μαγικά. Και μουσικές. Ενα λιμπρέτο, ένα νυχτερινό, μια....
Τίποτα δεν τους γύριζε στην πραγματικότητα. Τίποτα δεν τους έφερνε πίσω. Μόνο ήταν οι δυό, έπρεπε να το ζήσουν, να το απολαύσουν, να το τελειώσουν έτσι. Μια αγκαλιά κι ένα φιλί.

2 σχόλια:

KitsosMitsos είπε...

Τελικά είναι πολύ δύσκολο σε όλο αυτό το συναίσθημα, στην ένταση να βάλεις τίτλο...
Καλημέρα

Elsa Maxwell είπε...

"Μόνο ήταν οι δυό, έπρεπε να το ζήσουν, να το απολαύσουν...."

νομίζω, δεν χωρά τίτλος.
καλημέρα