Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Θα ξανάρθεις?

Απο ετών γνωρίζονταν, αλληλογραφούσαν με την νέα μέθοδο αλληλογραφίας το e-mail.
Εκείνος ήθελε να βρεθούν μόνοι, απο την πρώτη ώρα. Εκείνη δεν ήθελε, εφευρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες.
Ηταν η απόσταση που τους χώριζε, ήταν η διάθεση, ήταν οι υποχρεώσεις. Ηταν οι δικαιολογίες. Ετσι πέρασαν αρκετά χρόνια μα κάποτε ήρθε η ώρα.
Θα ερχόταν στην πόλη της και της ζήτησε να βρεθούν. Μετά απο τόσο καιρό, δεν του χάλασε χατήρι.

Συναντήθηκαν στο πάρκο. Εκείνη θα προτιμούσε να τον συναντήσει στο σπίτι του. Δεν του το είπε. Εκείνος της άφησε την πρωτοβουλία κι εκείνη διάλεξε ένα πολυσύχναστο τόπο να δούνε το φεγγάρι.
Είχε πανσέληνο και αφέθηκαν σε διάφορες συζητήσεις μάλλον ανουσιες. Κανείς δεν έλεγε τίποτα. Εκείνος θαρρείς και απολάμβανε την παρουσία της, εκείνη, ίσως ήθελε να του δώσει ένα φιλί. Δεν το έκανε. Το χερι του, ακούμπησε στην ράχη του καναπέ και χαϊδεψε τα μαλλιά της. Ενοιωσε αδύναμη. Πόσο ήθελε να σκύψει να της δώσει ένα φιλί. Δεν του το ζήτησε. Πόσο ήθελε να την κλείσει στην αγκαλιά του. Εμεινε ακίνητη. Τα βαθυπράσινα μάτια μου λαμπίριζαν στο φως του φεγγαριού. Του χαμογέλασε και αποφάσισε. "Κράτα με αγκαλιά και μην μ' αφήσεις γι απόψε" του είπε δειλά, κοιτώντας τον στα μάτια.
"Δεν έχω σκοπό να σε αφήσω. Θα φιλώ τα κερασένια χείλη σου, ως το πρωί" της ανταπέδωσε και την έσφιξε κοντά του. Ηταν στην αγκαλιά του και απολαμβανε τη ζέστη του κορμιού του. Ακουμπούσε στο στήθος του και άκουγε τους χτύπους της καρδιάς του "γιατί είσαι ανήσυχος"? τον ρώτησε απο ένστικτο. "γιατί σε κρατώ κοντά μου κι είναι κάτι που θέλω τόσα χρόνια". Τον κοίταξε και του χαμογέλασε. "και τι άλλο θέλεις άραγε", του ανταπέδωσε.

Εκείνος, έσκυψε και άγγιξε τα χείλη της, σ' ένα απαλό φιλί. "αυτό" της είπε, κρατώντας της το πιγούνι που έτρεμε. Χάθηκε στο βλέμμα του και μισάνοιξε το στόμα της. Ηταν το έναυσμα για να συνεχίσει εκείνος, ένα φιλί βαθύτερο, ένα φιλί γλυκύτερο, ένα φιλί μοναδικό που κράτησε.... αλήθεια πόσο κράτησε?
Κανείς δεν ήξερε. Εκείνη χαμένη στην γλυκα του φιλιού του, εκείνος, χωμένος στα μαλλιά της, έπαιρνε βαθιές ανάσες και της ψυθίριζε γλυκόλογα.
Εκείνη δεν άκουγε λόγια. Μόνο μελωδίες. Ενοιωθε μόνο το σφιχτό αγκαλιασμά του. Είχε ηρεμήσει, δεν ένοιωθε εκείνο το τρέμουλο. Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Εσκυψε και αναζήτησε τα χείλη της. Η γλώσσα του, έπαιξε με την δική της, βυθίστηκε όσο πιο βαθιά μπορούσε και απολάμβανε την γλυκα της.

Η ώρα περνούσε κι εκείνοι ήταν αγκαλιασμένοι εκεί στο ίδιο μέρος, και φιλιόντουσαν. Διαρκώς. Αν τους έβλεπε κανείς θα νόμιζε πως ήταν 16 χρονών πρωτοερωτευμένοι. Απλωσε το χέρι του κι έπιασε το δικό της, παροτρύνοντάς την να σηκωθεί.

Περπάτησαν αγκαλιασμένοι, ως το αυτοκίνητο. τον δρόμο, τους έφεγγε το φεγγάρι.
Δεν υπήρχαν λόγια. Μόνο οι ματιές τα έλεγαν όλα.
Πως βρέθηκαν σπίτι του, κανείς δεν ξέρει. Πως βρέθηκαν αγκαλιά το επόμενο πρωϊνό, κανείς δεν κατάλαβε.
Μόνο τα φιλιά που αντάλλαξαν κι ένα δάκρυ, ξέρουν την αλήθεια.

Θα ξανάρθεις?

6 σχόλια:

koukouroukouprigkipissa είπε...

τι ομορφο!
πολυ ζωντανο και αισθαντικο!
μακαρι η ζωη σου να ειναι γεματη με τετοιες στιγμης!

σε φιλω γλυκα :)

Emperor είπε...

Ναι...

Elsa Maxwell είπε...

Kουκουρουκου - απαυτό - πριγκίπησα, καλώς μας βρήκατε!

η δική μου όχι αλλά όποιου, το εύχομαι κι εγώ ολόψυχα.
την καλημέρα μου

Elsa Maxwell είπε...

Emperor, ώστε έτσι ε? μάαααλιστα....

βασίλης είπε...

Όμορφο... είναι κι αυτή η ανατριχίλα από το άγγιγμα που κανείς δεν ξέρει ποιος την αισθάνεται πιο πολύ. Αυτός που την κάνει ή όποιος τη δέχεται; τι σημασία όμως έχει... Καλώς ήρθες πάλι Έλσα!

Elsa Maxwell είπε...

και βέβαια όμορφο!!! χα χα χα !!!

καλώς μας βρήκες !
καλό μήνα, καλό φθινόπωρο !