Του αγόρασε, ανόρεκτα το δώρο των γεννεθλίων του και πήρε το δρόμο της επιστροφής με τα πόδια. Θα της έκανε καλό, να χαζέψει τις βιτρίνες. Απο την θολούρα, που είχε, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί και συνέχισε να περπατά σαν κουρδισμένη.
Της αγόρασε το δαχτυλίδι και περιχαρής, σφύριζε στο δρόμο της επιστροφής οδηγώντας. Τα είχε όλα σχεδιάσει ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Την ημέρα των γεννεθλίων του θα της ζητούσε να τον παντρευτεί.
Εκείνη ήταν συγχισμένη. τον παρακαλούσε, σχεδόν για να βγούνε. ήταν ή δεν ήταν μαζί? τι τους ένωνε, τι τους χώριζε.
η απάντηση του σταθερά 6 μήνες τώρα ήταν "άλλη ώρα, τώρα δεν μπορω".
κι εκείνη, δεν ήξερε, τι την κράταγε να επιμένει και να γίνεται κουρέλι απο το όχι του, δεν ήξερε.
αναρωτιόταν γιατί του αγόρασε δώρο, αφού ήταν αδιάφορος. δεν είχε απάντηση για τον εαυτό της. τον λάτρευε απλά.
την ήθελε πολύ και την έκανε δυστυχισμένη. ηθελε να δει, πόσο θα αντέξει, την τεστάριζε. ηξερε πως του ήταν πιστή, ήξερε πως τον κοίταγε στα μάτια κι έλειωνε. εκμεταλλευόταν την κατάσταση. του είχε αδυναμία.
τα λόγια δεν του ήταν εύκολα. χρόνια τώρα. εμενε εκεί να την κοιτά και εκείνη καταλάβαινε τα πάντα. αυτό ήταν το δύσκολο. οτι εκείνη καταλάβαινε χωρίς εκείνος να μιλά. πως θα της έλεγε όλα αυτά που ήθελε τώρα. που θα εύρισκε τοσα λόγια να της πει για να την ζητήσει σε γάμο. και το όχι της? θα το άκουγε?
της άνοιξε την πόρτα και την πήρε στην αγκαλιά του. εκείνη ξαφνιάστηκε.
την κοίταξε με τόση γλύκα. Τον κοίταζε και ήθελε να τον φιλήσει.
κάτι την κρατούσε πίσω.
του έδωσε το δώρο του ψιθιρίζοντας ευχές. τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και κρυφτηκε στην αγκαλιά του. εκείνος, την άφησε, απασχολημένος με το άνοιγμα του δώρου του.
ενθουσιάστηκε, έκανε σαν παιδί. την πήρε στην αγκαλιά του και την στριφογύρισε στον αέρα. "σ' αγαπώ, σ' αγαπώ" της φώναζε.
τον κοιτούσε στα μάτια. είχε τόση γλύκα η ματιά του.
"θα βρω τα λόγια" επαναλάμβανε εκείνος στον εαυτό του.
στέκονταν στη μέση στο σαλονι και της κράτησε τα χέρια. "θέλω να με ακούσεις με προσοχή" της είπε. Δεν έπαιρνε τα μάτια του απο πάνω της.
"ειναι καιρός που είμαστε μαζι και σε παιδεύω τους τελευταίους μήνες. όμως απο δω και πέρα, θέλω να είμαστε μαζι, να ζήσουμε μαζί, να σε βλέπω κάθε μέρα όταν ξυπνώ".
τον κοίταγε απολιθωμένη. δεν πίστευε στ' αυτιά της.
αυτός που είχε να την πλησιάσει 6 μήνες, να την φιλήσει, άλλο τόσο, της πρότεινε να μείνουν μαζί?
είχε ανοίξει το κουτί που κράταγε στο χέρι του και πήρε το δαχτυλίδι.
τον σταμάτησε. "δεν θέλω δώρα, όταν δεν είσαι συνεπής χωρίς δικαιολογία για 6 μήνες. δεν θέλω να ζήσω μαζί σου, όσο κι αν σ' αγαπώ. δεν θέλω να σε ξανασυναντήσω ποτέ πιά. θέλω να χωρίσουμε. εχω ανάγκη να μείνω μόνη. σ' ευχαριστώ για τις κάλές στιγμές που περάσαμε μαζί και εύχομαι να εισαι πάντα καλά"
Γυρισε, πήρε την τσάντα της και έφυγε, αφήνοντας τον άναυδο. δεν πρόλαβε να πει άλλη κουβέντα, εκείνος.
εσβυσαν όλα απο μπροστά της. εβαλε μπρός το αυτοκίνητο και ξεκίνησε. περίμενε πολύ καιρό την ευκαιρία. εφυγε έτσι απλά. οπως είχε μπει΄στην ζωή του. αυτή τη στιγμή, για εκείνη, ξεκινούσε μια καινούργια ζωή. οπως της άξιζε.
εκείνος, έμεινε να κοιτά το κενό. χιλιάδες σκέψεις πέρναγαν απο το μυαλό του, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει. ούτε να τις βάλει σε τάξη. εικόνες, λόγια, αγάπη, τραγούδια. είχαν ολα μαζί στησει χορό μπροστά του. καθησε στην άκρη στον καναπέ πριν σωριαστεί. εξακολουθησε να κοιτά το κενό για πάρα πολύ ώρα. οταν κοίταξε έξω είχε βραδυάσει. ηταν μουδιασμένος. τι είχε κάνει? με τα "παιγνίδια" του τόσο καιρό, ορίστε την έχασε. κοίταξε το δώρο που του είχε φέρει προ ολίγου. με σημασία. και το σημείωμα έγραφε... "για να βάλεις φωτιά". δεν το είχε δει όταν άνοιξε και είδε τον αναπτήρα...
Αναψε τον αναπτήρα μηχανικά. κοίταξε την φλόγα. πλησίασε την κουρτίνα και έβαλε φωτιά. Σε πολύ λίγο, είδε τις φλόγες να προχωρούν.
"σ' αγαπώ" ψιθίρισε και αφεθηκε στον καναπέ.
την άλλη ημέρα, οι αχτίδες του ήλιου, παιγνίδιζαν με τ' αποκαίδια. Το φως έλουζε ολο το σπίτι, αλλά η εικόνα ήταν ότι πιο αποκρουστικό μπορούσε να δει κανείς.
ολα καμένα. ολα μαύρα.
ευτυχώς εκείνος είχε γλυτώσει χάρη στην εγκαιρη επέμβαση του γείτονά του, που έβλεπε τις κουρτίνες να καίγονται. ηταν στο νοσοκομείο με μικρά τραύματα.
εκείνη διάβασε στην εφημερίδα το συμβάν. το μυαλό της ήταν ήδη γεμάτο, απο νέες ιδέες για την ζωή της. εκλεισε την εφημερίδα αδιάφορα.
η ζωή συνεχίζεται.
Της αγόρασε το δαχτυλίδι και περιχαρής, σφύριζε στο δρόμο της επιστροφής οδηγώντας. Τα είχε όλα σχεδιάσει ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Την ημέρα των γεννεθλίων του θα της ζητούσε να τον παντρευτεί.
Εκείνη ήταν συγχισμένη. τον παρακαλούσε, σχεδόν για να βγούνε. ήταν ή δεν ήταν μαζί? τι τους ένωνε, τι τους χώριζε.
η απάντηση του σταθερά 6 μήνες τώρα ήταν "άλλη ώρα, τώρα δεν μπορω".
κι εκείνη, δεν ήξερε, τι την κράταγε να επιμένει και να γίνεται κουρέλι απο το όχι του, δεν ήξερε.
αναρωτιόταν γιατί του αγόρασε δώρο, αφού ήταν αδιάφορος. δεν είχε απάντηση για τον εαυτό της. τον λάτρευε απλά.
την ήθελε πολύ και την έκανε δυστυχισμένη. ηθελε να δει, πόσο θα αντέξει, την τεστάριζε. ηξερε πως του ήταν πιστή, ήξερε πως τον κοίταγε στα μάτια κι έλειωνε. εκμεταλλευόταν την κατάσταση. του είχε αδυναμία.
τα λόγια δεν του ήταν εύκολα. χρόνια τώρα. εμενε εκεί να την κοιτά και εκείνη καταλάβαινε τα πάντα. αυτό ήταν το δύσκολο. οτι εκείνη καταλάβαινε χωρίς εκείνος να μιλά. πως θα της έλεγε όλα αυτά που ήθελε τώρα. που θα εύρισκε τοσα λόγια να της πει για να την ζητήσει σε γάμο. και το όχι της? θα το άκουγε?
της άνοιξε την πόρτα και την πήρε στην αγκαλιά του. εκείνη ξαφνιάστηκε.
την κοίταξε με τόση γλύκα. Τον κοίταζε και ήθελε να τον φιλήσει.
κάτι την κρατούσε πίσω.
του έδωσε το δώρο του ψιθιρίζοντας ευχές. τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και κρυφτηκε στην αγκαλιά του. εκείνος, την άφησε, απασχολημένος με το άνοιγμα του δώρου του.
ενθουσιάστηκε, έκανε σαν παιδί. την πήρε στην αγκαλιά του και την στριφογύρισε στον αέρα. "σ' αγαπώ, σ' αγαπώ" της φώναζε.
τον κοιτούσε στα μάτια. είχε τόση γλύκα η ματιά του.
"θα βρω τα λόγια" επαναλάμβανε εκείνος στον εαυτό του.
στέκονταν στη μέση στο σαλονι και της κράτησε τα χέρια. "θέλω να με ακούσεις με προσοχή" της είπε. Δεν έπαιρνε τα μάτια του απο πάνω της.
"ειναι καιρός που είμαστε μαζι και σε παιδεύω τους τελευταίους μήνες. όμως απο δω και πέρα, θέλω να είμαστε μαζι, να ζήσουμε μαζί, να σε βλέπω κάθε μέρα όταν ξυπνώ".
τον κοίταγε απολιθωμένη. δεν πίστευε στ' αυτιά της.
αυτός που είχε να την πλησιάσει 6 μήνες, να την φιλήσει, άλλο τόσο, της πρότεινε να μείνουν μαζί?
είχε ανοίξει το κουτί που κράταγε στο χέρι του και πήρε το δαχτυλίδι.
τον σταμάτησε. "δεν θέλω δώρα, όταν δεν είσαι συνεπής χωρίς δικαιολογία για 6 μήνες. δεν θέλω να ζήσω μαζί σου, όσο κι αν σ' αγαπώ. δεν θέλω να σε ξανασυναντήσω ποτέ πιά. θέλω να χωρίσουμε. εχω ανάγκη να μείνω μόνη. σ' ευχαριστώ για τις κάλές στιγμές που περάσαμε μαζί και εύχομαι να εισαι πάντα καλά"
Γυρισε, πήρε την τσάντα της και έφυγε, αφήνοντας τον άναυδο. δεν πρόλαβε να πει άλλη κουβέντα, εκείνος.
εσβυσαν όλα απο μπροστά της. εβαλε μπρός το αυτοκίνητο και ξεκίνησε. περίμενε πολύ καιρό την ευκαιρία. εφυγε έτσι απλά. οπως είχε μπει΄στην ζωή του. αυτή τη στιγμή, για εκείνη, ξεκινούσε μια καινούργια ζωή. οπως της άξιζε.
εκείνος, έμεινε να κοιτά το κενό. χιλιάδες σκέψεις πέρναγαν απο το μυαλό του, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει. ούτε να τις βάλει σε τάξη. εικόνες, λόγια, αγάπη, τραγούδια. είχαν ολα μαζί στησει χορό μπροστά του. καθησε στην άκρη στον καναπέ πριν σωριαστεί. εξακολουθησε να κοιτά το κενό για πάρα πολύ ώρα. οταν κοίταξε έξω είχε βραδυάσει. ηταν μουδιασμένος. τι είχε κάνει? με τα "παιγνίδια" του τόσο καιρό, ορίστε την έχασε. κοίταξε το δώρο που του είχε φέρει προ ολίγου. με σημασία. και το σημείωμα έγραφε... "για να βάλεις φωτιά". δεν το είχε δει όταν άνοιξε και είδε τον αναπτήρα...
Αναψε τον αναπτήρα μηχανικά. κοίταξε την φλόγα. πλησίασε την κουρτίνα και έβαλε φωτιά. Σε πολύ λίγο, είδε τις φλόγες να προχωρούν.
"σ' αγαπώ" ψιθίρισε και αφεθηκε στον καναπέ.
την άλλη ημέρα, οι αχτίδες του ήλιου, παιγνίδιζαν με τ' αποκαίδια. Το φως έλουζε ολο το σπίτι, αλλά η εικόνα ήταν ότι πιο αποκρουστικό μπορούσε να δει κανείς.
ολα καμένα. ολα μαύρα.
ευτυχώς εκείνος είχε γλυτώσει χάρη στην εγκαιρη επέμβαση του γείτονά του, που έβλεπε τις κουρτίνες να καίγονται. ηταν στο νοσοκομείο με μικρά τραύματα.
εκείνη διάβασε στην εφημερίδα το συμβάν. το μυαλό της ήταν ήδη γεμάτο, απο νέες ιδέες για την ζωή της. εκλεισε την εφημερίδα αδιάφορα.
η ζωή συνεχίζεται.
4 σχόλια:
Λίγες γυναίκες έχουν το σθένος ν'αγαπήσουν περισσότερο τον εαυτό τους ώστε να βγουν από μια σχέση με επαναλαμβανόμενα "κρύα" φιλιά και με ό,τι αυτό συναπάγεται.
Μου λείψαν οι ιστορίες σας. Ελπίζω να είστε καλά κ. Έλσα. Σας στέλνω τη ζεστή μου καλημέρα!!
Joyce, πολύ λίγες...
σ' ευχαριστώ που είσαι εδώ. σ' ευχαριστώ που με νοιάζεσαι.
καμμια φορά, περνάνε τυφώνες, ύστερα επανέρχεται η γαλήνη
τα φιλιά μου
Ακόμα και τα άσχημα σε αυτή τη ζωή είναι ευκαιρίες για να μάθουμε κάτι, να έρθουμε πιο κοντά στο μέσα μας. Έτσι έρχεται μια νέα "γαλήνη". Πιο ολοκληρωμένη! Σας την εύχομαι!
Καλημέρα :)
Joyce, η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις! ευχάριστες και δυσάρεστες.
Εύχομαι για ολους οι ευχάριστες να είναι περισσότερες στην ζυγαριά.
την καλησπέρα μου κι ευχαριστώ πολύ !
Δημοσίευση σχολίου